εκτελεστήριος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εκτελεστήριος < εκτελεστής + -τήριος
Επίθετο
[επεξεργασία]εκτελεστήριος
- (νομικός όρος) που σχετίζεται με την εκτέλεση μιας πράξης ή απόφασης ή την καθιστά δυνατή
- (νομικός όρος) που προσδίδει σε έγγραφο ή δικαίωμα τη δυνατότητα αναγκαστικής εφαρμογής
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- εκτελεστήριος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)