Μετάβαση στο περιεχόμενο

εκτελεστήριος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εκτελεστήριος η εκτελεστήρια το εκτελεστήριο
      γενική του εκτελεστήριου της εκτελεστήριας του εκτελεστήριου
    αιτιατική τον εκτελεστήριο την εκτελεστήρια το εκτελεστήριο
     κλητική εκτελεστήριε εκτελεστήρια εκτελεστήριο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εκτελεστήριοι οι εκτελεστήριες τα εκτελεστήρια
      γενική των εκτελεστήριων των εκτελεστήριων των εκτελεστήριων
    αιτιατική τους εκτελεστήριους τις εκτελεστήριες τα εκτελεστήρια
     κλητική εκτελεστήριοι εκτελεστήριες εκτελεστήρια
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εκτελεστήριος < εκτελεστής + -τήριος

Επίθετο

[επεξεργασία]

εκτελεστήριος

  1. (νομικός όρος) που σχετίζεται με την εκτέλεση μιας πράξης ή απόφασης ή την καθιστά δυνατή
  2. (νομικός όρος) που προσδίδει σε έγγραφο ή δικαίωμα τη δυνατότητα αναγκαστικής εφαρμογής

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]