εκτελεστός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]εκτελεστός
- που μπορεί να εκτελεστεί
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εκτελεστός
|
|
εκτελεστός
|
|