εκτεταμένη-ετεροιωμένη βαθμίδα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εκτεταμένη-ετεροιωμένη βαθμίδα < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική abgetönte Dehnstufe
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]εκτεταμένη-ετεροιωμένη βαθμίδα
- (γλωσσολογία) μεταπτωτική βαθμίδα όπου το θεματικό φωνήεν υφίσταται έκταση και ετεροίωση, μεταβάλλεται δηλαδή κατά ποσόν και κατά ποιόν. Από μεταπτωτική σειρά Ε και μεταπτωτική σειρά Α αυτό παράγει το Ω.
- ≈ συνώνυμα: βαθμίδα ΕΟ
(έκταση και ετεροίωση Ε προς Ω) πα-τέρ-α > ἀ-πά-τωρ
(έκταση και ετεροίωση Α προς Ω) ἀκ-ή > ἀκ-ωκ-ή (με αναδιπλασιασμό)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εκτεταμένη-ετεροιωμένη βαθμίδα