Μετάβαση στο περιεχόμενο

εκτεταμένη-ετεροιωμένη βαθμίδα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εκτεταμένη-ετεροιωμένη βαθμίδα < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική abgetönte Dehnstufe

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

εκτεταμένη-ετεροιωμένη βαθμίδα

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]