εκτομή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἐκτομή

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εκτομή οι εκτομές
      γενική της εκτομής των εκτομών
    αιτιατική την εκτομή τις εκτομές
     κλητική εκτομή εκτομές
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελληνιστική λέξη < αρχαία ελληνική ἐκτομή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκτομή θηλυκό

  1. αφαίρεση με τομή
  2. (αστρονομία): η διάβρωση που υφίσταται μετεωρίτης, λόγω τριβής, κατά τη διέλευσή του στη γήινη ατμόσφαιρα.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]