εκτροπή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εκτροπή εκτροπές
γενική εκτροπής εκτροπών
αιτιατική εκτροπή εκτροπές
κλητική εκτροπή εκτροπές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκτροπή < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκτροπή θηλυκό

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκτρέπω και του εκτρέπομαι
    • (κυριολεκτικά) το να βγάζω ή να βγαίνει κάτι από την κανονική πορεία ή κατεύθυνση
      οι εκτροπές ποταμών έγιναν μόδα και απειλούν την Πίνδο (δελτίο τύπου WWF, 05-11-2009)
    • (για την τηλεφωνία) η αυτόματη μεταφορά σε δεύτερο αριθμό, όλων των κλήσεων που γίνονται σε συγκεκριμένο αριθμό
      έχω κάνει εκτροπή των κλήσεων από το σπίτι στο κινητό μου
      • (κατ’ επέκταση) η ειδική εντολή που χρειάζεται για να γίνει αυτή η αυτόματη μεταφορά

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]