εκτόπισμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : εκτοπισμός, εκτοπία, εκτόπιση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εκτόπισμα εκτοπίσματα
γενική εκτοπίσματος εκτοπισμάτων
αιτιατική εκτόπισμα εκτοπίσματα
κλητική εκτόπισμα εκτοπίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκτόπισμα < εκτοπίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκτόπισμα ουδέτερο

  1. (φυσική), (ναυτικός όρος), (ναυπηγικός όρος): όγκος υγρού, συνηθέστερα νερού, που εκτοπίζει σώμα που επιπλέει ή βυθίζεται σ΄ αυτό.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]