Μετάβαση στο περιεχόμενο

εκφράζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εκφράζω < (ελληνιστική κοινή) ἐκφράζω

εκφράζω, παθητικό: εκφράζομαι, παθητική μετοχή: εκφρασμένος

  1. αποδίδω κάτι με το λόγο, γραπτά ή προφορικά, με το σώμα, με εικαστικά κτλ
    παράδειγμα  κάτι έχω στο μυαλό μου, αλλά δυσκολεύομαι να το εκφράσω
  2. εκδηλώνω, εξωτερικεύω, κάνω φανερό (μια σκέψη, ένα συναίσθημα)
    παράδειγμα  οι παρευρισκόμενοι εξέφρασαν τον ενθουσιασμό τους με θερμά χειροκροτήματα
    παράδειγμα  ο πίνακας εκφράζει την απαισιοδοξία που διακατείχε τον καλλιτέχνη εκείνη τη χρονική περίοδο
      Απαντώ στην απορία που εξέφρασε ενώπιόν μου ο Η . Π .: «Τι γίνονται οι ήρωες μετά το τέλος του μυθιστορήματος;» Προσπαθώντας να κατανοήσω ένα ερώτημα που η διατύπωσή του δεν επιδέχεται μονολεκτική απάντηση, βρίσκομαι σε εγγενή θέση αδυναμίας να προσεγγίσω την ουσία του ζητήματος (Διαβάζω, τεύχη 436-441, 2003, σελ. 22)
  3. αντικατοπτρίζω, απηχώ τις απόψεις και γενικότερα την προσωπικότητα κάποιου
    παράδειγμα  οι απόψεις του τάδε μέλους κόμματος δεν εκφράζουν το σύνολο της ηγεσίας του
    παράδειγμα  η γλυπτική δε με εκφράζει, προτιμώ τη μουσική
  4. αποδίδω ένα μέγεθος χρησιμοποιώντας ένα σύστημα μονάδων ή ως συνάρτηση ενός άλλου μεγέθους

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]