ελίφι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελίφι < τουρκική lif < αραβική ليف (līf)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ελίφι ουδέτερο

  1. φυσικό σφουγγάρι για πλύσιμο του σώματος