ελαιουργείο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ελαιουργείο ελαιουργεία
γενική ελαιουργείου ελαιουργείων
αιτιατική ελαιουργείο ελαιουργεία
κλητική ελαιουργείο ελαιουργεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελαιουργείο < ελαιουργός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ελαιουργείο ουδέτερο

  1. βιοτεχνία ή βιομηχανία (εργοστάσιο) παραγωγής, επεξεργασίας και διάθεσης ελαιόλαδου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]