ελαιουργός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ελαιουργός ελαιουργοί
γενική ελαιουργού ελαιουργών
αιτιατική ελαιουργό ελαιουργούς
κλητική ελαιουργέ ελαιουργοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελαιουργός < ελληνιστική κοινή ἐλαιουργός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.lε.uɾ.ˈɣɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ελαιουργός αρσενικό ή θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]