ελαιοχρωματιστής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ελαιοχρωματιστής ελαιοχρωματιστές
γενική ελαιοχρωματιστή ελαιοχρωματιστών
αιτιατική ελαιοχρωματιστή ελαιοχρωματιστές
κλητική ελαιοχρωματιστή ελαιοχρωματιστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελαιοχρωματιστής < ελαιοχρωματίζω + -τής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ελαιοχρωματιστής αρσενικό

  • αυτός που ελαιοχρωματίζει
    Θα έχει τύχει και σε εσάς. Να κλείνετε ραντεβού, να περιμένετε όλο το απόγευμα τον μαστρο-Παύλο να επισκευάσει το χαλασμένο φωτιστικό της κουζίνας και το βράδυ να δειπνείτε με κεριά, όχι επειδή παραμένετε αθεράπευτα ρομαντικοί, αλλά επειδή ο ακατονόμαστος δεν ήρθε ποτέ. Αν δεν την πάθατε με τον ηλεκτρολόγο, θα την έχετε πάθει με τον υδραυλικό, με τον πατωματζή, με τον ελαιοχρωματιστή*

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]