Μετάβαση στο περιεχόμενο

ελαιόδενδρο

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἐλαιόδενδρον

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ελαιόδενδρο τα ελαιόδενδρα
      γενική του ελαιόδενδρου
& ελαιοδένδρου
των ελαιόδενδρων
& ελαιοδένδρων
    αιτιατική το ελαιόδενδρο τα ελαιόδενδρα
     κλητική ελαιόδενδρο ελαιόδενδρα
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ελαιόδενδρο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐλαιόδενδρον.[1] Μορφολογικά αναλύεται σε ελαιό- + -δενδρο
ελαιόδενδρα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ελαιόδενδρο ουδέτερο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ελαιόδενδρο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)