ελαιόλαδο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | ελαιόλαδο | τα | ελαιόλαδα |
| γενική | του | ελαιόλαδου & ελαιολάδου |
των | ελαιόλαδων & ελαιολάδων |
| αιτιατική | το | ελαιόλαδο | τα | ελαιόλαδα |
| κλητική | ελαιόλαδο | ελαιόλαδα | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ελαιόλαδο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐλαιόλαδον < ἐλαία + λάδι (< ἐλάδιν < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἔλαιον). Συγχρονικά αναλύεται σε ελαιό- + -λαδο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ελαιόλαδο ουδέτερο
- λάδι ελιάς
- ※ Σκοπός της διαδικασίας είναι η κατασκευή μαγειρικών λιπών, για τα οποία τα στερεά πλέον λινέλαια και ιχθυέλαια αναμειγνύονται με ελαιόλαδο και βαμβακέλαιο. Τη σχετική παραγωγή ο Ελαιοφοίνιξ άρχισε το 1931. Ως τότε στην Ελλάδα χρησιμοποιούνται εισαγόμενα μαγειρικά λίπη από τη Βόρεια Ευρώπη (συνήθως με πρώτη ύλη το ιχθυέλαιο) (Ευάγγελος Α. Χεκίμογλου, Η ιστορία της βιομηχανίας τροφίμων, εκδόσεις Κέρκυρα, 2006, σελ. 101)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
ελαιόλαδο στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βούτυρο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα ελαιό- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -λαδο (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)