ελαστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ελαστικός ελαστική ελαστικό
γενική ελαστικού ελαστικής ελαστικού
αιτιατική ελαστικό ελαστική ελαστικό
κλητική ελαστικέ ελαστική ελαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ελαστικοί ελαστικές ελαστικά
γενική ελαστικών ελαστικών ελαστικών
αιτιατική ελαστικούς ελαστικές ελαστικά
κλητική ελαστικοί ελαστικές ελαστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελαστικός < γαλλική élastique < νεολατινική elasticus < αρχαία ελληνική ἐλαστός / ἐλατός < ἐλαύνω < ινδοευρωπαϊκή *h₁el- (κινώ, οδηγώ, πηγαίνω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.la.sti.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ελαστικός, -ή, -ό

  1. (για σώμα ή πράγμα) που μεταβάλλει (εύκολα) το σχήμα ή τον όγκο του μετά από προσπάθεια ή πίεση και κατόπιν μπορεί να τα ξαναποκτήσει
  2. (μεταφορικά) χαλαρός, ευμετάβλητος
  3. (μεταφορικά) μετριοπαθής, υποχωρητικός, ενδοτικός
  4. (μεταφορικά) (οικονομία) που μεταβάλλεται ανάλογα με τις συνθήκες
  5. (ουσιαστικοποιημένο) ελαστικό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

(κατά περίσταση)

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

(κατά περίσταση)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]