ελαστικότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ελαστικότητα ελαστικότητες
γενική ελαστικότητας ελαστικοτήτων
αιτιατική ελαστικότητα ελαστικότητες
κλητική ελαστικότητα ελαστικότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελαστικότητα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ελαστικότητα θηλυκό

  1. (μικροοικονομία) όταν η επίδραση μιας μεταβλητής έχει μεγαλύτερη της 1:1 επίπτωση
    υψηλή εισοδηματική ελαστικότητα των δαπανών υγείας σημαίνει πως μια αύξηση του εισοδήματος συνεπάγεται μια πολλαπλάσια αύξηση των δαπανών για περίθαλψη


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]