ελατήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ελατήριο τα ελατήρια
      γενική του ελατηρίου
ελατήριου
των ελατηρίων
    αιτιατική το ελατήριο τα ελατήρια
     κλητική ελατήριο ελατήρια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελατήριο < αρχαία ελληνική ἐλατήριον (η έννοια ως εξάρτημα, προέρχεται από την μεταφορά της αγγλικής λέξης spring)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.la.ˈti.ɾi.ɔ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ελατήριο ουδέτερο

  1. μεταλλικό εξάρτημα που έχει ελαστικότητα και τη δυνατότητα να συμπτύσσεται ή να επεκτείνεται όταν ασκούμε πίεση ενώ επανέρχεται στην αρχική του κατάσταση όταν σταματήσουμε να ασκούμε πίεση
  2. κίνητρο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • πετάγομαι σαν ελατήριο
  • τινάζομαι σαν ελατήριο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]