ελατήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ελατήριο ελατήρια
γενική ελατηρίου ελατηρίων
αιτιατική ελατήριο ελατήρια
κλητική ελατήριο ελατήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελατήριο < αρχαία ελληνική ἐλατήριον (η έννοια ως εξάρτημα, προέρχεται από την μεταφορά της αγγλικής λέξης spring)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.la.ˈti.ɾi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ελατήριο ουδέτερο

  1. μεταλλικό εξάρτημα που έχει ελαστικότητα και τη δυνατότητα να συμπτύσσεται ή να επεκτείνεται όταν ασκούμε πίεση ενώ επανέρχεται στην αρχική του κατάσταση όταν σταματήσουμε να ασκούμε πίεση
  2. κίνητρο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • πετάγομαι σαν ελατήριο
  • τινάζομαι σαν ελατήριο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]