ελαφένιος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ελαφένιος ελαφένια ελαφένιο
γενική ελαφένιου ελαφένιας ελαφένιου
αιτιατική ελαφένιο ελαφένια ελαφένιο
κλητική ελαφένιε ελαφένια ελαφένιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ελαφένιοι ελαφένιες ελαφένια
γενική ελαφένιων ελαφένιων ελαφένιων
αιτιατική ελαφένιους ελαφένιες ελαφένια
κλητική ελαφένιοι ελαφένιες ελαφένια


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελαφένιος< ελάφι + -ένιος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ελαφένιος -α - ο

  1. που αναφέρεται στο ελάφι.
    ελαφένιο κρέας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]