Μετάβαση στο περιεχόμενο

ελαφιάζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ελαφιάζω < ελάφι + -ιάζω

ελαφιάζω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]