ελαφοκέρατο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Αρσενικό κόκκινο ελάφι. Τα κέρατα κατά την περίοδο ανάπτυξης καλύπτονται από χνουδωτό προστατευτικό δέρμα, το οποίο παρέχει αιμάτωση, οξυγόνο και θρεπτικά συστατικά.
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ελαφοκέρατο ελαφοκέρατα
γενική ελαφοκέρατου ελαφοκέρατων
αιτιατική ελαφοκέρατο ελαφοκέρατα
κλητική ελαφοκέρατο ελαφοκέρατα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελαφοκέρατο < ελάφι + -ο- + κέρατο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ελαφοκέρατο ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]