ελαφρότητα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ελαφρότητα ελαφρότητες
γενική ελαφρότητας ελαφροτήτων
αιτιατική ελαφρότητα ελαφρότητες
κλητική ελαφρότητα ελαφρότητες

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.la.ˈfɾɔ.ti.ta/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελαφρότητα < αρχαία ελληνική ἐλαφρότης < ἐλαφρός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ελαφρότητα θηλυκό

  1. η αίσθηση ή η ενέργεια του να είναι κανείς ελαφρύς
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ελαφράδα
  2. η επιπολαιότητα
  3. ανάρμοστη συμπεριφορά, που δεν σέβεται τους ηθικούς κανόνες

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]