ελαφρότητα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ελαφρότητα ελαφρότητες
γενική ελαφρότητας ελαφροτήτων
αιτιατική ελαφρότητα ελαφρότητες
κλητική ελαφρότητα ελαφρότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελαφρότητα < αρχαία ελληνική ἐλαφρότης < ἐλαφρός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁léngʰus < *h₁lengʷʰ- (ελαφρός) +‎ *-us

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.la.ˈfɾɔ.ti.ta/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ελαφρότητα θηλυκό

  1. {κυριολ}} το να μην έχει κάτι ή κάποιος μεγάλο βάρος
  2. (μεταφορικά) η επιπολαιότητα
  3. (μεταφορικά) ανάρμοστη συμπεριφορά, που δεν σέβεται τους ηθικούς κανόνες

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]