ελαφρώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελαφρώνω < μεσαιωνική ελληνική ἐλαφρώνω < ελληνιστική κοινή ἐλαφρόω, ἐλαφρῶ + -ώνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.laˈfɾɔ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ελαφρώνω, αόρ.: ελάφρωσα, παθ.φωνή: ελαφρώνομαι, π.αόρ.: ελαφρώθηκα, μτχ.π.π.: ελαφρωμένος, (οι παθητικοί τύποι, σπανιότεροι)

  1. (μεταβατικό) αφαιρώ βάρος, φορτίο
    να ελαφρώσεις τις σακούλες γιατί δε θα μπορέσεις να τις σηκώσεις
    θα ελαφρώσω τα μαλλιά μου με ένα καλό κόψιμο
    1. (μεταφορικά) αφαιρώ ψυχικό πόνο ή άχθος
    «Πέτε μου κάτι γιὰ νὰ ἰδῶ μήπως καὶ μ' ἐλαφρώσῃ» Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Στιχούργημα Α' (1847) , "Ο Kλέφτης"
  2. (αμετάβατο) γίνομαι πιο ελαφρός
    1. (μεταφορικά) ανακουφίζομαι από ψυχικό βάρος
      Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ξαλαφρώνω

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]