ελαχιστοποιημένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ελαχιστοποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ελαχιστοποιώ
Μετοχή
[επεξεργασία]ελαχιστοποιημένος -η -ο
- → δείτε τη λέξη ελαχιστοποιώ