ελεγκτής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ελεγκτής ελεγκτές
γενική ελεγκτή ελεγκτών
αιτιατική ελεγκτή ελεγκτές
κλητική ελεγκτή ελεγκτές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ελεγκτής < ελέγχω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛ.lɛŋ.ˈktis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ελεγκτής αρσενικό

  1. υπάλληλος με αρμοδιότητα να διενεργεί ελέγχους προκειμένου να διαπιστώσει είτε την σύννομη λειτουργία ενός συστήματος είτε λάθη, παραλείψεις, παρατυπίες κλπ
  2. πρόσωπο που έχει ως αποστολή τον έλεγχο, τη ρύθμιση και την ομαλή λειτουργία ενός συστήματος
    ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας
  3. (πληροφορική) ηλεκτρονικό εξάρτημα που επιβλέπει και ρυθμίζει τη λειτουργία ενός υποσυστήματος
    ελεγκτής μνήμης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]