ελεφαντόδοντο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ελεφαντόδοντο ελεφαντόδοντα
γενική ελεφαντόδοντου ελεφαντόδοντων
αιτιατική ελεφαντόδοντο ελεφαντόδοντα
κλητική ελεφαντόδοντο ελεφαντόδοντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελεφαντόδοντο < ελέφαντας + -ο- + δόντι + -ο

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.lε.fan.ˈdɔ.ðɔ.tɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ελεφαντόδοντο ουδέτερο

  1. ο χαυλιόδοντας ενός ελέφαντα
  2. ο χαυλιόδοντας ενός ελέφαντα ως υλικό για την κατασκευή έργων τέχνης απ’ αυτό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: φίλντισι

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]