ελιγμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ελιγμός ελιγμοί
γενική ελιγμού ελιγμών
αιτιατική ελιγμό ελιγμούς
κλητική ελιγμέ ελιγμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελιγμός < αρχαία ελληνική ἑλιγμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ελιγμός αρσενικό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.
  2. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.
  3. αλλαγή κατεύθυνσης ενός δρόμου ή ακολούθησης δρόμου από τον οδηγό
    σύμφωνα με το αρθ. 21 του Ν. 2696/1999, για τη διενέργεια ελιγμού πρέπει ο ποδηλάτης να τείνει (εκτείνει) το αριστερό χέρι του αριστερά σε οριζόντια θέση αν θέλει να στρίψει κατά κει, απεναντίας αν θέλει να ελιχθεί δεξιά οφείλει να κάμψει τον αριστερό του βραχίωνά του προς τα πάνω (ανάστροφο γάμμα ή γάμμα της πυγμής), προκειμένου να δώσει σήμα στους οδηγούς για τις προθέσεις του και την αποφυγή ατυχήματος
  4. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]