ελιξίριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ελιξίριο ελιξίρια
γενική ελιξίριου ελιξίριων
αιτιατική ελιξίριο ελιξίρια
κλητική ελιξίριο ελιξίρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελιξίριο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ελιξίριο ουδέτερο

  1. φάρμακο το οποίο υποτίθεται ότι κάνει καλά όλες τις ασθένειες
  2. (φαρμακευτική) είδος φαρμακευτικού παρασκευάσματος το οποίο είναι διάλυμα φαρμακευτικών ουσιών σε οινόπνευμα

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]