ελκτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ελκτικός ελκτική ελκτικό
γενική ελκτικού ελκτικής ελκτικού
αιτιατική ελκτικό ελκτική ελκτικό
κλητική ελκτικέ ελκτική ελκτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ελκτικοί ελκτικές ελκτικά
γενική ελκτικών ελκτικών ελκτικών
αιτιατική ελκτικούς ελκτικές ελκτικά
κλητική ελκτικοί ελκτικές ελκτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελκτικός < αρχαία ελληνική ἑλκτικός < ἕλκω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛl.kti.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ɛl.kti.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ɛl.kti.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ελκτικός, -ή, -ό

  1. που σχετίζεται με την έλξη
  2. που έχει την ιδιότητα να έλκει

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]