ελκυστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἑλκυστικός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ελκυστικός ελκυστική ελκυστικό
γενική ελκυστικού ελκυστικής ελκυστικού
αιτιατική ελκυστικό ελκυστική ελκυστικό
κλητική ελκυστικέ ελκυστική ελκυστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ελκυστικοί ελκυστικές ελκυστικά
γενική ελκυστικών ελκυστικών ελκυστικών
αιτιατική ελκυστικούς ελκυστικές ελκυστικά
κλητική ελκυστικοί ελκυστικές ελκυστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελκυστικός < ελληνιστική κοινή ἑλκυστικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ελκυστικός, -ή, -ό

  1. που έλκει
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ελκτικός
  2. (μεταφορικά) που ελκύει, που θέλγει
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γοητευτικός, θελκτικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]