ελκώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ελκώδης ελκώδης ελκώδες
γενική ελκώδους ελκώδους ελκώδους
αιτιατική ελκώδη ελκώδη ελκώδες
κλητική ελκώδη(ς) ελκώδης ελκώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ελκώδεις ελκώδεις ελκώδη
γενική ελκωδών ελκωδών ελκωδών
αιτιατική ελκώδεις ελκώδεις ελκώδη
κλητική ελκώδεις ελκώδεις ελκώδη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελκώδης < αρχαία ελληνική ἑλκώδης < ἕλκος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ελκώδης

  1. (ιατρική) που μοιάζει με έλκος
  2. (ιατρική) που είναι γεμάτος έλκη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]