ελλέβορος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἑλλέβορος, ἐλλέβορος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ελλέβορος ελλέβοροι
γενική ελλέβορου ελλέβορων
αιτιατική ελλέβορο ελλέβορους
κλητική ελλέβορε ελλέβοροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελλέβορος < αρχαία ελληνική ἑλλέβορος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ελλέβορος αρσενικό

  • (βοτανική) πολυετές φυτό με τοξικές ιδιότητες, που χρησιμοποιόταν για θεραπευτικούς λόγους
    Παραθέτοντας τα στοιχεία της μελέτης (...) ισχυρίζονται ότι ο μέγας στρατηλάτης είναι πιθανόν να δηλητηριάστηκε από το γνωστό στην αρχαιότητα φυτό ελλέβορος. (...) Το δηλητηριώδες φυτό ελλέβορος το χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες ως βότανο κατά του εμετού. Σε μεγαλύτερη ποσότητα μπορούσε να επιφέρει βραδύ θάνατο. (*)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]