ελληνοβαρεμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ελληνοβαρεμένος ελληνοβαρεμένη ελληνοβαρεμένο
γενική ελληνοβαρεμένου ελληνοβαρεμένης ελληνοβαρεμένου
αιτιατική ελληνοβαρεμένο ελληνοβαρεμένη ελληνοβαρεμένο
κλητική ελληνοβαρεμένε ελληνοβαρεμένη ελληνοβαρεμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ελληνοβαρεμένοι ελληνοβαρεμένες ελληνοβαρεμένα
γενική ελληνοβαρεμένων ελληνοβαρεμένων ελληνοβαρεμένων
αιτιατική ελληνοβαρεμένους ελληνοβαρεμένες ελληνοβαρεμένα
κλητική ελληνοβαρεμένοι ελληνοβαρεμένες ελληνοβαρεμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελληνοβαρεμένος < Έλληνας + -ο- + βαρεμένος

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ελληνοβαρεμένος

  1. (σκωπτικά) που έχει υπέρμετρα ελληνοκεντρική και εθνικιστική θεώρηση των πραγμάτων
    Εννοείται ότι η ανακοίνωση για την πινακίδα, πέρα από τις συνήθεις δημοσιογραφικές υπερβολές, έγινε δεκτή με εκστατικές ιαχές από τα έντυπα του ελληνοκεντρικού (και ελληνοβαρεμένου) χώρου, που προεξόφλησαν ότι η πινακίδα, αφού βρέθηκε σε ελλαδικό χώρο (έστω και στις παρυφές του), αυτονόητα θα κρύβει ελληνική γλώσσα. (http://sarantakos.wordpress.com)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]