ελληνο-

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελληνο- < αρχαία ελληνική Ἕλλην

Open book 01.svg Πρόθημα[επεξεργασία]

ελληνο- ή ελληνό-

  1. πρώτο συνθετικό λέξεων που δηλώνει μερική καταγωγή από την Ελλάδα μαζί με κάποια άλλη χώρα
    Η μητέρα της είναι από την Ελλάδα κι ο πατέρας της από την Αμερική. Οπότε είναι Ελληνοαμερικάνα.
  2. πρώτο συνθετικό λέξεων που δηλώνει την ελληνική φύση μιας έννοιας ή ενός αντικειμένου
    ελληνοχριστιανός, ελληνόγλωσσος, ελληνόπουλο

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

  1. Ελληνική καταγωγή
  2. Ελληνική φύση