ελλόγως
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ελλόγως < έλλογος + -ως < αρχαία ελληνική ἔλλογος
Επίρρημα
[επεξεργασία]ελλόγως
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ελλόγως
|
|