ελόβιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ελόβιος ελόβια ελόβιο
γενική ελόβιου ελόβιας ελόβιου
αιτιατική ελόβιο ελόβια ελόβιο
κλητική ελόβιε ελόβια ελόβιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ελόβιοι ελόβιες ελόβια
γενική ελόβιων ελόβιων ελόβιων
αιτιατική ελόβιους ελόβιες ελόβια
κλητική ελόβιοι ελόβιες ελόβια


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελόβιος < έλος + βίος

Επίθετο[επεξεργασία]

ο ελόβιος , η ελόβια, το ελόβιο

  • επίθετο που είναι δόκιμο κυρίως στο ουδέτερο. Ελόβιο χαρακτηρίζεται το ελοχαρές φυτό ή έντομο, εκείνο που αναπτύσσεται ή αναπαράγεται κυρίως στα έλη ή στους βάλτους ή στις στέρνες -γενικά στα λιμνάζοντα νερά

Συνώνυμα[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]