εμβοή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμβοή < πρόθ. εν και βοή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εμβοή

  1. ο εσωτερικός βόμβος των αυτιών
  2. βούισμα το οποιο προέρχεται όταν τα αυτιά ακούνε, κυριολεκτικά, τη λειτουργία των οργάνων μας
  3. (ιατρική) σύνδρομο των ώτων


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]