εμβολιάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμβολιάζω < εμβόλιο

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εμβολιάζω

  1. (ιατρική), (φαρμακευτική): εισάγω εμβόλιο σε οργανισμό για θεραπεία ή πρόληψη.
  2. (βοτανική): εισάγω σε φυτό ενδόφθαλμο κλαδί (μάτι) άλλου φυτού για δημιουργία νέου φυτού


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]