εμβρυακός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εμβρυακός εμβρυακή εμβρυακό
γενική εμβρυακού εμβρυακής εμβρυακού
αιτιατική εμβρυακό εμβρυακή εμβρυακό
κλητική εμβρυακέ εμβρυακή εμβρυακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εμβρυακοί εμβρυακές εμβρυακά
γενική εμβρυακών εμβρυακών εμβρυακών
αιτιατική εμβρυακούς εμβρυακές εμβρυακά
κλητική εμβρυακοί εμβρυακές εμβρυακά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμβρυακός < έμβρυ(ο) + -ακός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εμβρυακός, -ή, -ό

  1. που ανήκει ή αναφέρεται στο έμβρυο

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]