εμβρυομεταφορά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εμβρυομεταφορά (νεολογισμός) < έμβρυο + μεταφορά, (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική embryo transfer)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εμβρυομεταφορά θηλυκό
- (νεολογισμός, ιατρική) η επιλογή ενός ή περισσότερων εμβρύων και η μεταφορά τους στην μήτρα της γυναίκας που κάνει εξωσωματική γονιμοποίηση
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εμβρυομεταφορά
Πηγές
[επεξεργασία]- εμβρυομεταφορά - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- εμβρυομεταφορά - Χριστοφίδου Αναστασία, (επιμ.), Δελτίο Επιστημονικής Ορολογίας και Νεολογισμών. Ακαδημία Αθηνών. Τεύχος 9-10, έτος 2009. Διαθέσιμο pdf στο repository.academyofathens.gr
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' χωρίς κατάληξη '-ιά' (νέα ελληνικά)
- Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)