εμετοκαθαρτικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

εμετοκαθαρτικά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εμετοκαθαρτικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. (ιατρική),(φαρμακευτική): ονομασία κατηγορίας φαρμάκων που χορηγούνται για πρόκληση εμετού και εκκένωση στομάχου.

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • η χορηγία τους γίνεται συνηθέστερα επί δηλητηριάσεων.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]