εμμηνορροϊκός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εμμηνορροϊκός εμμηνορροϊκή εμμηνορροϊκό
γενική εμμηνορροϊκού εμμηνορροϊκής εμμηνορροϊκού
αιτιατική εμμηνορροϊκό εμμηνορροϊκή εμμηνορροϊκό
κλητική εμμηνορροϊκέ εμμηνορροϊκή εμμηνορροϊκό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εμμηνορροϊκοί εμμηνορροϊκές εμμηνορροϊκά
γενική εμμηνορροϊκών εμμηνορροϊκών εμμηνορροϊκών
αιτιατική εμμηνορροϊκούς εμμηνορροϊκές εμμηνορροϊκά
κλητική εμμηνορροϊκοί εμμηνορροϊκές εμμηνορροϊκά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμμηνορροϊκός < εμμηνόρρο(ια) + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εμμηνορροϊκός, -ή, -ό

  1. που ανήκει ή αναφέρεται στην εμμηνόρροια

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]