εμμονή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | εμμονή | οι | εμμονές |
| γενική | της | εμμονής | των | εμμονών |
| αιτιατική | την | εμμονή | τις | εμμονές |
| κλητική | εμμονή | εμμονές | ||
| Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εμμονή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐμμονή < ἐμμένω[1] < ἐν-, (ἐμ-) + μένω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.moˈni/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : εμ‐μο‐νή
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εμμονή θηλυκό
- (λόγιο) η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εμμένω, η προσήλωση σε κάτι σε βαθμό υπερβολικό
...τα άγχη, τις εμμονές και τις νευρώσεις που καταδιώκουν τον μέσο Έλληνα .- ※ Η εμμονή εκείνων των συγγραφέων στην πυραυλική τεχνολογία και τα διαστημικά ταξίδια αποδείχθηκε άστοχη. Η προσσελήνωση δεν οδήγησε πουθενά. Δεν υπάρχουν γήινες αποικίες ούτε στη Σελήνη ούτε στον Άρη. Ύστερα από μισόν αιώνα ραγδαίας τεχνολογικής προόδου, ο «homo sapiens» παραμένει καθηλωμένος στη Γη. (Ρούσσος βρανάς, Η άχρονη χώρα, εκδ. Ποταμός, 2002, σελ. 22)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- κόλλημα (ανεπίσημο)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εμμονή
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ εμμονή - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα εμ- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)