εμού

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἐμοῦ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. εμού (αντωνυμία) < αρχαία ελληνική ἐμοῦ
  2. εμού (το πτηνό) < ίσως από το πορτογαλικό ema (στρουθοκάμηλος), ίσως από τα αραβικά.

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /eˈmu/

Κλιτικός τύπος αντωνυμίας[επεξεργασία]

εμού

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εμού ουδέτερο

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]