εμπάργκο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμπάργκο < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εμπάργκο ουδέτερο

  1. η απαγόρευση, από μια κυβέρνηση, του απόπλου ξένων πλοίων από την επικράτειά του
  2. (κατ’ επέκταση) μέτρο που τείνει στον εμποδισμό ελεύθερης κυκλοφορίας ενός εμπορεύματος· η απαγόρευση εξαγωγής ενός (ή πολλών) τύπου(-ων) εμπορευμάτων προς ένα άλλο κράτος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]