εμπαθώς
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εμπαθώς < → λείπει η ετυμολογία
Επίρρημα
[επεξεργασία]εμπαθώς
- με έντονη εχθρότητα, με αρνητικά συναισθήματα
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εμπαθώς
|
|