εμπαιγμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εμπαιγμός εμπαιγμοί
γενική εμπαιγμού εμπαιγμών
αιτιατική εμπαιγμό εμπαιγμούς
κλητική εμπαιγμέ εμπαιγμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμπαιγμός < εν + παιγμός[<παίζω] (ελληνιστικό ἐμπαιγμός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εμπαιγμός αρσενικό

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμπαίζω
  2. περιφρονητικός ή προσβλητικός αστεϊσμός σε βάρος κάποιου
  3. ο χλευασμός, το κορόιδεμα, το περιγέλασμα
  4. η απάτη, η εξαπάτηση, η παραπλάνηση


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]