εμπειρία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εμπειρία εμπειρίες
γενική εμπειρίας εμπειριών
αιτιατική εμπειρία εμπειρίες
κλητική εμπειρία εμπειρίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμπειρία < αρχαία ελληνική ἐμπειρία < ἔμπειρος < ἐν + πεῖρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εμπειρία θηλυκό

  1. γνώση που αποκτιέται μέσα από βιώματα

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

δεν είναι συνώνυμη με την πείρα η οποία συνήθως αναφέρεται σε μεμονωμένα βιώματα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]