εμπιστευτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εμπιστευτικός η εμπιστευτική το εμπιστευτικό
      γενική του εμπιστευτικού της εμπιστευτικής του εμπιστευτικού
    αιτιατική τον εμπιστευτικό την εμπιστευτική το εμπιστευτικό
     κλητική εμπιστευτικέ εμπιστευτική εμπιστευτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εμπιστευτικοί οι εμπιστευτικές τα εμπιστευτικά
      γενική των εμπιστευτικών των εμπιστευτικών των εμπιστευτικών
    αιτιατική τους εμπιστευτικούς τις εμπιστευτικές τα εμπιστευτικά
     κλητική εμπιστευτικοί εμπιστευτικές εμπιστευτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμπιστευτικός < εμπιστεύομαι + -τικός

Επίθετο[επεξεργασία]

εμπιστευτικός, -ή, -ό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]