εμπλέκω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμπλέκω < αρχαία ελληνική ἐμπλέκω < ἐν + πλέκω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εμπλέκω, παθητικό εμπλέκομαι

  • προκαλώ την ενεργητική συμμετοχή κάποιου σε μια υπόθεση, διαδικασία κ.λπ.
    ο δάσκαλος πρέπει να έχει την ικανότητα να εμπλέκει τα παιδιά στη διαδικασία της μάθησης
  • ανακατεύω (κάποιον) σε υπόθεση, διαδικασία κ.λπ. που συχνά εξελίσσεται αρνητικά
    προσπάθησαν να τον εμπλέξουν στην υπόθεση εκβιασμού

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]