εμπλεκόμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εμπλεκόμενος εμπλεκόμενη εμπλεκόμενο
γενική εμπλεκόμενου εμπλεκόμενης εμπλεκόμενου
αιτιατική εμπλεκόμενο εμπλεκόμενη εμπλεκόμενο
κλητική εμπλεκόμενε εμπλεκόμενη εμπλεκόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εμπλεκόμενοι εμπλεκόμενες εμπλεκόμενα
γενική εμπλεκόμενων εμπλεκόμενων εμπλεκόμενων
αιτιατική εμπλεκόμενους εμπλεκόμενες εμπλεκόμενα
κλητική εμπλεκόμενοι εμπλεκόμενες εμπλεκόμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμπλεκόμενος, μετοχή ενεστώτα του ρήματος εμπλέκομαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εμπλεκόμενος, -η, -ο

  1. που εμπλέκεται, που έχει συμμετοχή σε ένα έργο, διαδικασία κλπ
    για το πρόβλημα αυτό πρέπει να γίνει διάλογος με συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων φορέων

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εμπλεκόμενος αρσενικό

  1. εκείνος που εμπλέκεται, που έχει συμμετοχή σε ένα έργο, διαδικασία κλπ
    για το πρόβλημα αυτό πρέπει να γίνει διάλογος με συμμετοχή όλων των εμπλεκομένων