εμπλουτίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμπλουτίζω < εν + πλουτίζω

Ρήμα[επεξεργασία]

εμπλουτίζω

  1. αυξάνω την περιεκτικότητα σε κάτι
    εμπλουτίζω ουράνιο
    εμπλουτίζω το λεξιλόγιο

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]